Leverage

Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begin with Contains Exact termSounds like

Glossaries

Term Definition
Leverage

Αγοραστική ισχύς, δανειακή εξάρτηση της επιχείρησης, επίσης η κατάσταση κατά την οποία µια µικρή άυξηση ή µείωση σε έναν κλάδο της επιχείρησης προκαλεί αντίστοιχα µία µεγαλύτερη αύξηση ή πτώση σε άλλο τµήµα της

Εμφανίσεις: 916