Capital Budgeting: NPV και Τotal Cost of Ownership

Η συνεισφορά των παγίων σε μια επιχείρηση αποδυναμώνεται, εφόσον δεν θεωρηθούν ως επένδυση.

Τόσο η αγορά τους όσο και η λειτουργία τους εντός της επιχείρησης δεσμεύει και αναλώνει κεφάλαια, τα οποία θα πρέπει να δημιουργούν έσοδα με αποδόσεις τουλάχιστον ίσες με αυτές των υπολοίπων κεφαλαίων της επιχείρησης.

 

Η απόδοση μιας επένδυσης ουσιαστικά είναι τα έσοδα που δημιουργεί, τα οποία πρέπει να καλύπτουν αφενός το κόστος της επένδυσης και αφετέρου τα κέρδη που επιστρέφονται στον επενδυτή. Για παράδειγμα, κόστος μιας επένδυσης μπορεί να θεωρηθεί το επιτόκιο που απαιτεί μια τράπεζα για να δανείσει το αντίστοιχο ποσό. Από την άλλη πλευρά, ένας επενδυτής είναι ικανοποιημένος εάν τα ποσά που έχει επενδύσει αποδίδουν έσοδα με ρυθμούς που τον ικανοποιούν. Εάν τα ποσά που έχει επενδύσει προέρχονται από τραπεζικό δανεισμό, για να είναι ικανοποιημένος, η απόδοσή τους θα πρέπει να υπερβαίνει αρκετά τα επιτόκια του τραπεζικού δανεισμού. Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση των παγίων πρέπει να βασίζεται στη λογική της απόδοσης των κεφαλαίων που δεσμεύονται και δαπανώνται τόσο κατά την αγορά όσο και κατά τη διάρκεια της ενεργού ζωής των παγίων εντός της επιχείρησης.

 

Οι τρόποι αξιολόγησης των παγίων ποικίλουν και περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων μεθόδους εμπειρικές, μεθόδους προσεγγιστικές και σύνθετες μεθόδους, που βασίζονται στην αναγωγή των χρηματικών ροών σε σημερινές τιμές. Η μαθηματική ανάλυση των κεφαλαιουχικών δαπανών αποτελεί ένα σημαντικό εργαλείο τόσο στη ανάπτυξη μαθηματικών προτύπων σχετικά με τα επενδυτικά σχέδια όσο και στη λήψη επενδυτικών αποφάσεων. Κατά την ανάλυση ενός έργου, είναι απολύτως απαραίτητη η αναγνώριση και ο υπολογισμός όλων των ταμειακών ροών. Οι ταμειακές ροές που αφορούν αγοραζόμενες εισροές υπολογίζονται από το τμήμα εφοδιασμού, ενώ το λειτουργικό κόστος και οι εξοικονομήσεις των δαπανών υπολογίζονται από τους χρήστες του εξοπλισμού. Σε αυτό το σημείο πρέπει να τονιστεί ότι δεν έχει κανένα νόημα η αξιολόγηση με βάση την απόδοση κεφαλαίων εξοπλισμού που εμπίπτει στην κατηγορία του «απαραίτητου», διότι δεν αφορά στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Η βασική επιδίωξη είναι η ικανοποίηση των απαιτήσεων με την ελάχιστη δυνατή δαπάνη.

 

Παρακάτω περιγράφονται συνοπτικά δύο κλασικές τεχνικές αξιολόγησης επενδύσεων, ήτοι η αξιολόγηση με βάση την περίοδο αποπληρωμής κεφαλαίων και η αξιολόγηση με βάση την καθαρή παρούσα αξία των κεφαλαίων.

 

Μέθοδος Περιόδου Αποπληρωμής Κεφαλαίων

Η μέθοδος αξιολόγησης με βάση την περίοδο αποπληρωμής είναι ίσως η απλούστερη μέθοδος αξιολόγησης επενδύσεων. Το όνομα της περιγράφει τον τρόπο εφαρμογής της. Ουσιαστικά αποτυπώνει τη ροή των εσόδων από μια επένδυση και υπολογίζει το χρόνο που απαιτείται για την αποπληρωμή. Είναι πολύ απλή ως προς την εφαρμογή της και χρησιμοποιείται όταν δεν είναι εφικτή η μακροχρόνια πρόβλεψη των εσόδων ή των εξοικονομήσεων.

 

Στον πίνακα 21.1 που ακολουθεί αξιολογούνται δύο πάγια (μηχάνημα Α και Β).

 

Πίνακας 21.1: Περίοδος Αποπληρωμής Κεφαλαίων

Pinakas 21.1 Periodos Apoplhrwmhs Kefalaiwn

 

H τιμή αγοράς των μηχανών ανέρχεται σε 100.000€. Η μηχανή Α έχει περίοδο αποπληρωμής κεφαλαίου 2,67 έτη. Πιο συγκεκριμένα, αποπληρώνονται 80.000€ τα πρώτα δύο χρόνια και 20.000€ κατά το 0,67 του τρίτου χρόνου. Αντίστοιχα, η περίοδος αποπληρωμής του κεφαλαίου της μηχανής Β είναι 3,20 έτη. Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η εν λόγω μέθοδος δεν αποτιμά την υπολειπόμενη αξία του εξοπλισμού στο τέλος του κύκλου ζωής της επένδυσης, ούτε αξιολογεί τη χρονική αξία του χρήματος. Ωστόσο, το πιο σημαντικό μειονέκτημα είναι ότι επικεντρώνεται στην περίοδο αποπληρωμής και αδιαφορεί για το ύψος των εσόδων που έπονται αυτής της περιόδου. Επομένως, ευνοεί τις επενδύσεις με ταχεία απόδοση. Η περίοδος αποπληρωμής εφαρμόζεται σε περιπτώσεις καθορισμού πολιτικών σχετικά με την αποπληρωμή επενδύσεων. Για παράδειγμα, αν σε μια επιχείρηση όλες οι επενδύσεις πρέπει να αποπληρώνονται σε 4 έτη, απορρίπτεται κάθε προτεινόμενη επένδυση με περίοδο αποπληρωμής πέραν των τεσσάρων ετών.

 

Μέθοδος Καθαρής Παρούσας Αξίας Κεφαλαίων

Η μέθοδος καθαρής παρούσας αξίας κεφαλαίων θεωρείται μάλλον η μοναδική τεχνική που επιτρέπει αξιόπιστη σύγκριση προσφορών για αγορές κεφαλαιουχικού εξοπλισμού. Ως παρούσα αξία ορίζεται το άθροισμα των καθαρών ταμειακών ροών, οι οποίες είναι μειωμένες με βάση την απόδοση των επενδύσεων. Ειδικότερα, η αξία του μελλοντικού € ανάγεται σε σημερινές τιμές με βάση το δείκτη απόδοσης που ορίζεται από τη διοίκηση. Ο εν λόγω δείκτης δεν είναι πάντα ο ίδιος, και αυξάνεται για επενδύσεις με μεγάλο κίνδυνο (π.χ.0,40 για αναπτυξιακά έργα και 0,30 για παραγωγικά μηχανήματα).

 

Η παρούσα αξία ΠΑ μιας μελλοντικής αξίας ΜΑ δίδεται από τη σχέση:

 

Type 21.9

 

Όπου i είναι ο δείκτης απόδοσης της επένδυσης και ν το έτος αναφοράς της παρούσας αξίας.

 

Για παράδειγμα, αν ο δείκτης απόδοσης μιας επένδυσης ενός μηχανήματος είναι 0,3 και τα καθαρά κέρδη μετά το φόρο είναι 50εκ. € τον πρώτο χρόνο, 60εκ. € το δεύτερο χρόνο και 60εκ. € τον τρίτο χρόνο (σύνολο κερδών την τριετία 170εκ. €), τότε η παρούσα αξία υπολογίζεται στα 101,3 εκ. € (ήτοι 50(1,3)-1 + 60(1,3)-2 + 60(1,3)-3).

 

Αν από την παρούσα αξία μιας επένδυσης αφαιρεθεί το αρχικό κόστος της επένδυσης προκύπτει η Καθαρή Παρούσα Αξία (ΚΠΑ) της επένδυσης:

 

KΠΑ = ΠΑ - Ι

 

Όπου Ι είναι το αρχικό κόστος του παγίου.

 

Για παράδειγμα, αν Ι = 150€ και ΠΑ = 101,3€, τότε ΚΠΑ = -48,7. Προφανώς, αν η καθαρή παρούσα αξία είναι αρνητική, τότε η επένδυση πρέπει μάλλον να απορριφθεί.

 

Σύμφωνα με την τεχνική της καθαρής παρούσας αξίας, επιλέγεται ένας ελάχιστος συντελεστής ετήσιας έκπτωσης για τη μείωση των ετήσιων εκροών. Για κάθε προσφορά, υπολογίζεται το άθροισμα των ετήσιων εκροών για όλους τους συντελεστές ετήσιας έκπτωσης και χρησιμοποιείται για τη μείωση των ετήσιων εκροών. Επίσης, υπολογίζεται το άθροισμα των ετήσιων εκροών για όλους τους συντελεστές κόστους ιδιοκτησίας και επιλέγεται η προσφορά με το ελάχιστο ολικό κόστος ιδιοκτησίας (ΟΚΙ).

 

Ο τύπος που περιγράφει το ολικό κόστος ιδιοκτησίας είναι:

 

ΟΚΙ = Α + ΠΑ ( Σ ( Εi + Λi + Νi ) - Μν )

 

όπου Α είναι το Αρχικό Κόστος, Εi το Κόστος Εκπαίδευσης το έτος i, Λi το Κόστος Λειτουργίας το έτος i, Νi το Κόστος Συντήρησης το έτος i, Mv η Αξία Μεταπώλησης το έτος v.

Η παρούσα αξία για έναν συντελεστή κόστους για το έτος i υπολογίζεται από την έκφραση Pj / (1+ε)j, όπου Pj είναι η τιμή του συντελεστή κατά το έτος j και ε είναι ο προσδοκώμενος ετήσιος ρυθμός απόδοσης της επένδυσης.

 

Για την κατανόηση της τεχνικής της καθαρής παρούσας αξίας ακολουθεί παράδειγμα.

 

Παράδειγμα αξιολόγησης με την τεχνική ΚΠΑ

Όπως αναφέρθηκε, το κόστος ιδιοκτησίας ενός παγίου περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τους παρακάτω συντελεστές:

 

  • CIOroleΑρχικό Κόστος Αγοράς
  • Κόστος Εγκατάστασης
  • Διοικητικό Κόστος Απόκτησης
  • Κόστος Εκπαίδευσης
  • Λειτουργικό Κόστος
  • Κόστος Χρηματοδότησης
  • Κόστος Ασφάλισης
  • Αξία Μεταπώλησης

 

Ας υποτεθεί ότι πρέπει να επιλέξουμε μεταξύ δύο φωτοτυπικών μηχανημάτων Α και Β. Η συνολική απαίτηση αφορά ποσότητα 50 φωτοτυπικών μηχανημάτων με αναμενόμενη διάρκεια ζωής 5 έτη.

Κάθε μηχάνημα πρέπει να παράγει 40.000 φωτοαντίγραφα ανά μήνα. Η προσφερόμενη τιμή για το μηχάνημα Α είναι 5.372,5€, ενώ για το μηχάνημα Β είναι 4.312,5€. Τα δυο μηχανήματα πληρούν τις απαιτούμενες τεχνικές προδιαγραφές. Το κόστος προγραμματισμένης συντήρησης και αναλώσιμων, εκτός της δαπάνης για το χαρτί των φωτοαντιγράφων, προσφέρεται από τους προμηθευτές. Το κόστος αυτό ανέρχεται σε 0,045€ / αντίγραφο για το μηχάνημα Α και 0,05€ / αντίγραφο για το μηχάνημα Β.

 

Επίσης, το τμήμα προμηθειών συνέλεξε διάφορες πρόσθετες πληροφορίες, ότι το κόστος χειρισμού ανά μηχάνημα και για τους δύο τύπους ανέρχεται σε 5.000€ / έτος, το χαρτί τιμάται 25€ / πακέτο 1.000 σελίδων, ενώ το κόστος συνεχιζόμενης εκπαίδευσης ανέρχεται σε 7.500€ / έτος για τον τύπο Α και σε 5.000€ / έτος για τον τύπο Β.

 

Όταν κάποιο μηχάνημα υφίσταται βλάβη μικρής σημασίας για την οποία δεν θα είναι απαραίτητο να κληθεί ο προμηθευτής αλλά η επιδιόρθωση μπορεί να γίνει από τον τεχνικό της επιχείρησης, η μέση διάρκεια επιδιόρθωσης για τον τύπο Α ανέρχεται σε 1/2 ώρα, για τον τύπο Β ανέρχεται σε 1 ώρα, ενώ οι βλάβες για τον τύπο Α λαμβάνουν χώρα ανά 5.000 αντίγραφα και για τον τύπο Β ανά 3.000 αντίγραφα. Η ωριαία απασχόληση του τεχνικού εκτιμάται σε 50€.

Το διοικητικό κόστος αγοράς για την ανωτέρω παραγγελία ανέρχεται σε 12.500€ για κάθε τύπο και το αρχικό κόστος εκπαίδευσης σε 15.000€ για τον τύπο Α και 10.000€ για τον τύπο Β. Ο χρόνος αντικατάστασης αναλώσιμων είναι 3 ώρες /μήνα για τον τύπο Α και 4 ώρες / μήνα για τον τύπο Β. Αντίστοιχα, ο χρόνος για τακτική συντήρηση είναι 5,4 ώρες / μήνα για τον τύπο Α και 10,8 ώρες / μήνα για τον τύπο Β. Τέλος, το τμήμα χρηματοοικονομικών υπηρεσιών ενημέρωσε το τμήμα προμηθειών ότι η προσδοκώμενη απόδοση κεφαλαίων ανέρχεται σε 6% και οι αυξήσεις μισθών αναμένονται να είναι 3% / έτος.

 

ΑΡΧΙΚΟ ΚΟΣΤΟΣ ΑΠΟΚΤΗΣΗΣ

 

Το αρχικό κόστος απόκτησης ανέρχεται σε:

 

Pinakas 21 5 3

 

ΚΟΣΤΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ

 

Το κόστος χαρτιού και για τους δύο τύπους φωτοτυπικών ανέρχεται στα εξής:

 

40.000 σελ. Χ 12 μήνες Χ 50 μηχανήματα / 1000 Χ 25€ / πακέτο = 600.000 € / έτος

 

ΚΟΣΤΟΣ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗΣ

 

Το κόστος συντήρησης ανά έτος ανέρχεται στα παρακάτω:

 

Για τον τύπο Α σε 40.000 σελ. Χ 12Χ50Χ0,045€/σελ = 1.080.000€

Για τον τύπο Β σε 40.000 σελ. Χ 12Χ50Χ0,05€/σελ = 1.200.000€

 

Η καθαρή αξία για το κόστος λειτουργίας που είναι ανεξάρτητη από την αύξηση των ημερομισθίων ανέρχεται σε :

 

1.680.00+1.680.000Χ(1,06)-1+1.680.000Χ(1,06)-2+1.680.000Χ(1,06)-3 +1.680.000Χ(1,06)-4 = 7.501.300 € για τον τύπο Α

1.800.000+1.800.000Χ(1,06)-1+1.800.000Χ(1,06)-2+1.800.000Χ(1,06)-3 +1.800.000Χ(1,06)-3 = 8.037.100€ για τον τύπο Β.

 

ΚΟΣΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

 

Το κόστος χειρισμού ανέρχεται σε 5.000€/ έτος Χ 50=250.000€ και για τους δύο τύπους.

 

Το κόστος συνεχιζόμενης εκπαίδευσης ανέρχεται σε 7.500€ / έτος για τον τύπο Α και σε 5.000€ / έτος για τον τύπο Β.

 

Το κόστος επιδιόρθωσης βλαβών ανέρχεται σε 120.000 €/ έτος για τον τύπο Α διότι ισχύει: (480.000σελ/έτος Χ 50μηχ) / 5000σελ/βλάβη = 4.800βλάβες και 4.800 βλάβες Χ 0,5 ώρες Χ 50€/ώρα = 120.000€ για τον τύπο Α.

 

Το κόστος επιδιόρθωσης βλαβών ανέρχεται σε 400.000 €/ έτος για τον τύπο Β διότι ισχύει: (480.000σελ/έτος Χ 50 μηχ) / 3.000σελ/βλάβη = 8.000 βλάβες και 8.000 βλάβες Χ 1 ώρα Χ 50€ = 400.000€.

 

Το συνολικό ετήσιο κόστος εργασίας χωρίς αύξηση μισθών ανέρχεται σε 377.500€ για τον τύπο Α και σε 655.000€ για τον τύπο Β.

 

Ετήσιο Κόστος Εργασίας (σε €) λόγω ετήσιων αυξήσεων αποδοχών της τάξεως του 3%

 

Pinakas 21 5 4

 

Η παρούσα αξία για το ολικό κόστος εργασίας ανέρχεται σε 1.783.676€ για τον τύπο Α, ενώ για τον τύπο Β ανέρχεται σε 3.094.796€.

 

Επομένως το ολικό κόστος ιδιοκτησίας ανέρχεται σε:

 

Pinakas 21 5 5

 

Εκτός των ανωτέρω ποσοτικών υπολογισμών, η διαθεσιμότητα του κάθε μηχανήματος είναι σημαντική. Το τμήμα εφοδιασμού, μετά από έρευνα της βιβλιογραφίας και άντληση πληροφοριών από τους κατασκευαστές, εκτίμησε τη διαθεσιμότητα των δύο τύπων ανά μήνα.

 

Pinakas 21 5 6

 Διαθεσιμότητα τύπου Α: 95% [(176-8,9) / 176]

Διαθεσιμότητα τύπου Β: 91% [(176-15,8) / 176]

 

Με βάση τα ανωτέρω υπολογίζεται το ΟΚΙ το οποίο για τον τύπο Α ανέρχεται στα 1.263.024€ και για τον τύπο Β στα 1.462.708€. Συνεπώς, παρά την ακριβότερη αρχική τιμή ο τύπος Α πρέπει να προτιμηθεί έναντι του τύπου Β.

 

Η παραπάνω απόφαση δικαιολογείται με την προϋπόθεση ότι οι υπολογισμοί είναι αξιόπιστοι. Στην προκειμένη περίπτωση, επειδή οι διαφορές είναι μικρές ενδεχόμενα να προτιμηθεί τελικά ο τύπος Β λόγω της μικρότερης αρχικής τιμής. Όμως είναι σημαντικό να γίνονται ανάλογοι υπολογισμοί, ούτως ώστε να καθίσταται περισσότερο έγκυρη η λήψη αποφάσεων επιλογής εξοπλισμού με μακροχρόνιες οικονομικές επιδράσεις.

 

Γενικά, πρέπει να επισημανθεί ότι οι μαθηματικοί υπολογισμοί αποτελούν το απλούστερο μέρος της τεχνικής ΚΠΑ. Οι δυσκολίες στην εφαρμογή της εμφανίζονται κυρίως στους υπολογισμούς των επί μέρους συντελεστών και στην εκτίμηση των κινδύνων εφοδιασμού. Για παράδειγμα, δεν μπορεί να εκτιμηθεί με ακρίβεια η αξία μεταπώλησης ενός μηχανήματος 6 με 10 χρόνια μετά την απόκτησή του. Πολλές φορές μηχανήματα έχουν αρνητική αξία μεταπώλησης διότι χρειάζεται να καταβληθούν σημαντικά ποσά για την αποσυναρμολόγησή τους και την ασφαλή απόθεσή τους σε κατάλληλες εγκαταστάσεις. Υπάρχουν, επίσης, παραδείγματα όπου η αξία ενός καλά συντηρημένου μηχανήματος κατά τη μεταπώληση υπερβαίνει την αρχική αξία αγοράς.

 

Δυσκολίες, επίσης, παρουσιάζονται στην εκτίμηση του δείκτη απόδοσης της επένδυσης. Για παράδειγμα, δεν είναι εύκολο να εκτιμηθεί ο δείκτης απόδοσης ενός μηχανήματος που αποτελεί μέρος μιας γραμμής παραγωγής. Προς τούτο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο δείκτης απόδοσης του συνόλου των επενδύσεων της επιχείρησης ή το κόστος ευκαιρίας από την επένδυση των κεφαλαίων σε εναλλακτική τοποθέτηση. Δυσκολία, τέλος, παρουσιάζει ο υπολογισμός του αρχικού κόστους απόκτησης, διότι δεν μπορούν εύκολα να διαχωριστούν οι δαπάνες που αφορούν αποκλειστικά στην απόκτηση του μηχανήματος από τις έμμεσες λειτουργικές δαπάνες. Το ίδιο ισχύει και για τις άλλες κατηγορίες συντελεστών κόστους.

 

Πηγή: Διοίκηση Εφοδιασμού, Λάμπρος Λάιος, Πειραιάς 2010

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:

CSM-300x250-v2

Γράφουν οι

Newsletter Signup

Εγγραφείτε στο newsletter μας για να λαμβάνετε τα νέα και τις ενημερώσεις μας.