Pricing & Cost Analysis: Ανάλυση του Έμμεσου Κόστους Προμηθευτή

Το έμμεσο κόστος περιλαμβάνει κάθε κατηγορία κόστους, πλην του κόστους υλικών και εργασίας που σχετίζεται αποκλειστικά με την παραγωγή προϊόντων ή με την παροχή υπηρεσιών.

Όροι που περιγράφουν το κόστος αυτό είναι «έμμεσο κόστος», «γενικά έξοδα», «εργοστασιακή επιβάρυνση», «λειτουργικό κόστος» ή πιο ειδικές κατηγοριοποιήσεις.

 

Η διοικητική εποπτεία των απασχολουμένων σε άμεσες εργασίες εμπίπτει στην κατηγορία του έμμεσου κόστους. Για παράδειγμα, ο χρόνος ενός επόπτη που ασκεί διοίκηση σε πολλά έργα πρέπει να κατανέμεται με κάποιο «λογικό» τρόπο στα διάφορα έργα. Ας υποτεθεί ότι ο επόπτης απασχολείται σε έξι έργα. Οι ετήσιες αποδοχές του μπορούν να διαιρεθούν σε έξι μέρη. Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που δαπανά περισσότερο χρόνο σε κάποιο συγκεκριμένο έργο; Σε αυτήν την περίπτωση, μπορεί να επιλεγεί κατανομή ανάλογα με τον προϋπολογισμό κάθε έργου. Ακόμη μπορεί ένα μικρό από πλευράς προϋπολογισμού έργο να απασχολεί δυσανάλογα τον επόπτη. Σε αυτή την περίπτωση, κάθε έργο θα μπορούσε να επιβαρυνθεί με τις πραγματικές ώρες απασχόλησης του επόπτη. Και σε αυτήν την περίπτωση βέβαια, εμφανίζεται το πρόβλημα κατανομής των ωρών που δαπανήθηκαν σε συσκέψεις γενικής φύσεως και σε εξωτερικές εργασίες. Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο οι επιχειρήσεις ρυθμίζουν την κατανομή. Το συνολικό κόστος των έμμεσων δραστηριοτήτων διαιρείται με το συνολικό κόστος των άμεσων δραστηριοτήτων για να προκύψει ένας συντελεστής έμμεσου κόστους για την επιχείρηση.

  

Για παράδειγμα, έστω ότι το προβλεπόμενο κόστος για ένα έτος από όλες τις έμμεσες δραστηριότητες είναι 950.000€ και το προβλεπόμενο κόστος από όλες τις άμεσες δραστηριότητες είναι 4.318.200€. Συνεπώς, το ποσοστό έμμεσων είναι ίσο προς 22% (950.000 / 4.318.200). Για την προσφορά, το έμμεσο κόστος υπολογίζεται από το γινόμενο της βάσης κατανομής (π.χ. ολικό άμεσο κόστος) και του συντελεστή έμμεσου κόστους. Εάν η βάση (άμεσο κόστος) είναι 1.812.648€, τότε το ποσοστό άμεσου κόστους είναι 22% και το συνολικό έμμεσο κόστος της προσφοράς ισούται με 398.783€.

 

Γενικά, διακρίνονται τρεις κατηγορίες συνιστώσες του έμμεσου κόστους παραγωγής. Στην πράξη, οι διάφορες κατηγορίες έμμεσου κόστους αποτελούν μια δεξαμενή, μέσα από την οποία επιλέγονται, προστίθενται και επιβαρύνουν το κάθε είδος με τη βοήθεια κάποιου κανόνα, ανάλογα με την δομή της επιχείρησης.

 

Α. Μεταβλητό Έμμεσο Κόστος

Περιλαμβάνει κατηγορίες κόστους που επηρεάζονται άμεσα από το κόστος άμεσης εργασίας (π.χ. το κόστος συντήρησης εξοπλισμού και το κόστος εργασίας ελέγχων και δοκιμών όταν δεν θεωρείται ως άμεση εργασία). Επίσης, σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνεται το έμμεσο κόστος υλικών για την προμήθεια, την μεταφορά στο εργοστάσιο, την παραλαβή, την επιθεώρηση, την εσωτερική μεταφορά και την αποθήκευση. Επίσης, περιλαμβάνονται οι παροχές που αφορούν άμεση εργασία (π.χ. ασφαλιστικές εισφορές, ασφάλεια ζωής, αμοιβές αδειών, διακοπών και ασθενειών κ.α.), ενέργεια και τα πάσης φύσεως εφόδια (π.χ. μικροεργαλεία, υλικά συντήρησης και αναλώσιμα). Η κάθε υποκατηγορία της έμμεσης εργασίας θεωρείται ως μεταβλητή ή σταθερή ανάλογα με την πολιτική της κάθε επιχείρησης.

 

B. Σταθερό Έμμεσο Κόστος

Αυτή η κατηγορία κόστους περιλαμβάνει κατηγορίες όπως ενοίκια, ασφάλιστρα, φόρους περιουσιακών στοιχείων, αμοιβές και παροχές των διοικητικών στελεχών που εποπτεύουν τους εργαζόμενους σε άμεσες εργασίες, των στελεχών έρευνας και ανάπτυξης αλλά και των εργαζομένων σε υπηρεσίες υποστήριξης (καθαρισμός, φύλαξη). Με την αύξηση του όγκου παραγωγής (μέσα σε κάποια όρια) το κόστος παραμένει σταθερό με αποτέλεσμα να μειώνεται το μοναδιαίο κόστος.

 

Γ. Γενικά και Διοικητικά Έξοδα

Οι μεγάλοι οργανισμοί έχουν ποικίλες κατηγορίες γενικού και διοικητικού κόστους που κατανέμεται σε όλους τους πελάτες. Αυτό είναι σύνηθες όταν υπάρχει μια κεντρική διοικητική μονάδα και επιμέρους εγκαταστάσεις. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η διαφήμιση, το μάρκετινγκ, οι πωλήσεις, οι ανθρώπινοι πόροι, οι οικονομικές υπηρεσίες και το έμμεσο κόστος των κεντρικών υπηρεσιών. Οι μικρές επιχειρήσεις συχνά δεν χρησιμοποιούν το ποσοστό γενικών και διοικητικών εξόδων, αλλά υπολογίζουν ένα συνολικό ποσοστό έμμεσων έξόδων που ονομάζεται ποσοστό επιβάρυνσης.

  

Κέρδος 

 

Είναι η διαφορά μεταξύ των δαπανών και των εσόδων από τις πωλήσεις μιας επιχείρησης. Το κέρδος ουσιαστικά αποτελεί την αποζημίωση για τις επενδύσεις και για την ανάληψη όλων των κινδύνων που συνδέονται με την άσκηση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων σε έναν συγκεκριμένο κλάδο. Οι επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητες σε αντικείμενα υψηλού κινδύνου και είναι πρωτοπόρες από πλευράς ποιότητας, αξιοπιστίας και τεχνολογίας, αξίζουν να απολαμβάνουν υψηλότερων, από το μέσο όρο, περιθωρίων κέρδους. Επίσης, υψηλότερα ποσοστά κέρδους δικαιολογούνται σε παραγγελίες μικρών ποσοτήτων ή ειδικών προδιαγραφών. Ο λόγος είναι ότι ο προμηθευτής υφίσταται σταθερό κόστος εκκίνησης, διοικητικές δαπάνες αλλά και κόστος ευκαιρίας, για τα οποία πρέπει να αποζημιωθεί.

 

Πως προσδιορίζεται το κέρδος; Εάν υπολογιστεί ως ποσοστό του κόστους ενός είδους ή των επενδυμένων κεφαλαίων, αποζημιώνονται οι αναποτελεσματικοί προμηθευτές. Αντίθετα, ο προμηθευτής που μειώνει το κόστος τιμωρείται με χαμηλότερο κέρδος. Επίσης, τιμωρείται και ένας προμηθευτής που επιτυγχάνει ένα αποτέλεσμα με λιγότερα κεφάλαια από ότι ένας άλλος. Επομένως, δεν υπάρχει μονοσήμαντη απάντηση για το τι αποτελεί ικανοποιητικό ποσοστό κέρδους. Οπωσδήποτε θα πρέπει να έχει μέγεθος που να υποκινεί έναν προμηθευτή να αναλάβει μια παραγγελία και να τη φέρει εις πέρας με ικανοποιητική απόδοση και εντός συγκεκριμένης προθεσμιας, παρέχοντας υψηλό επίπεδο εξυπηρέτησης. Στοιχεία για το τι αποτελεί λογικό περιθώριο κέρδους μπορεί να αντληθούν από παρόμοιες προηγούμενες συμβάσεις ή από οικονομικές καταστάσεις επιχειρήσεων του ιδίου κλάδου.

 

Παράδειγμα 18.1: Διαχωρισμός του κόστους

 

Ο διαχωρισμός του κόστους στις κατηγορίες άμεσα υλικά, άμεσα εργατικά και έμμεσα έξοδα παραγωγής διευκολύνει την αναγνώριση των πραγματικών πηγών αύξησης του κόστους.

 

c

 

Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει εύκολα ότι μια μικρή μείωση στο κόστος υλικών, μπορεί να αντισταθμίσει μια μεγάλη σχετικά αύξηση στις παροχές ή μια μείωση στο κέρδος του προμηθευτή. 

 

Η ανάλυση του έμμεσου κόστους

 

Η σχέση μεταξύ άμεσου κόστους και της αξίας ενός προϊόντος κατανοείται εύκολα. Ο αναλυτής πρέπει να διερευνήσει κατά  πόσο ένας προμηθευτής χρησιμοποιεί κατάλληλες μεθόδους παραγωγής και  υλικά και εφαρμόζει τεχνικές ανάλυσης αξίας, σύγχρονες τεχνικές σε θέματα διοίκησης εφοδιασμού και αναθεωρήσεις σχεδίων.

 

Η ανάλυση του έμμεσου κόστους είναι πιο δύσκολη. Σε επιχειρήσεις που παράγουν πολλά προϊόντα και αποτελούνται από πολλές μονάδες, ο υπολογισμός του έμμεσου κόστους είναι πολύπλοκος με αποτέλεσμα να μην παρατηρείται εσωτερική συμφωνία για τον τρόπο κατανομής του. Το πρόβλημα με την κατανομή του έμμεσου κόστους επιδεινώνεται από το γεγονός ότι σε πολλές επιχειρήσεις το έμμεσο κόστος μπορεί να υπερβεί το άμεσο κόστος. Σε αυτή την περίπτωση, τα στελέχη εφοδιασμού ενδιαφέρονται ζωηρά για τον περιορισμό του έμμεσου κόστους.

 

Το στέλεχος εφοδιασμού είναι λογικό να δέχεται μόνο το έμμεσο κόστος που σχετίζεται άμεσα με το αγοραζόμενο είδος. Για παράδειγμα, σε ένα ώριμο σχεδιαστικά προϊόν δεν είναι δυνατόν να κατανέμεται έμμεσο κόστος που προέρχεται από το τμήμα μελετών. Στην περίπτωση μιας μακροχρόνιας σύμβασης με έναν προμηθευτή, δεν μπορεί να είναι αποδεκτή η κατανομή έμμεσου κόστους του τμήματος πωλήσεων, διότι δεν απαιτείται συμμετοχή του τμήματος αυτού στο συγκεκριμένο λογαριασμό.

 

Ο τρόπος καθορισμού του έμμεσου κόστους προσδιορίζει το κατά πόσο ένα στέλεχος εφοδιασμού μπορεί να το αποδεχθεί ως μια λογική συνιστώσα του κόστους. Μια παραδοσιακή μέθοδος κατανομής του έμμεσου κόστους βασίζεται στα έσοδα από τις πωλήσεις ενός προϊόντος. Η λογική της βασίζεται στο επιχείρημα ότι όσο μεγαλύτερες είναι οι πωλήσεις ενός προϊόντος, τόσο μεγαλύτερο είναι το κόστος διαχείρισής του. Μια άλλη μέθοδος κατανομής του έμμεσου κόστους βασίζεται στο άμεσο εργατικό κόστος παραγωγής. Δηλαδή, όσο μεγαλύτερο είναι το άμεσο εργατικό κόστος ενός προϊόντος τόσο αυξάνει το κόστος διαχείρισής του.

 

Αμφότερες οι μέθοδοι κατανομής του έμμεσου κόστους έχουν σοβαρά μειονεκτήματα. Με τη μέθοδο κατανομής κόστους με βάση τα έσοδα, τα καθιερωμένα προϊόντα χρειάζονται μικρή προσπάθεια διαχείρισης πέραν αυτής που σχετίζεται με την εποπτεία της άμεσης εργασίας. Από την άλλη πλευρά, η προσπάθεια διαχείρισης για τα νέα προϊόντα εκτείνεται πολύ πέραν αυτής που σχετίζεται ευθέως με την άμεση εργασία. Η επίπτωση μιας άδικης κατανομής του έμμεσου κόστους είναι τα μη κερδοφόρα προϊόντα να εμφανίζονται ως κερδοφόρα (και το αντίθετο), με αποτέλεσμα να μη λαμβάνονται αποφάσεις σε θέματα πωλήσεων, προώθησης και διανομής.

 

Για παράδειγμα, τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που παράγονται σε μεγάλες ποσότητες επιβαρύνονται δυσανάλογα με έμμεσο κόστος, όταν ο υπολογισμός του έμμεσου κόστους βασίζεται στη δαπάνη ανά μονάδα προϊόντος και όχι στο κόστος των ενεργειών ανά κατηγορία προϊόντων. Εάν η τιμή ενός προϊόντος βασιστεί στο κόστος παραγωγής ανά μονάδα, η επιχείρηση μπορεί να αναγκαστεί να αυξήσει την τιμή προϊόντων με ήδη υψηλές πωλήσεις, διότι τα επιβαρύνει με κόστος που δεν αναλογεί σε αυτά τα προϊόντα. Αυτό μπορεί να έχει άμεσες επιπτώσεις στις πωλήσεις, εάν οι ανταγωνιστές δεν χρησιμοποιούν ταυτόσημες μεθόδους υπολογισμού του έμμεσου κόστους.

 

 Πηγή: Διοίκηση Εφοδιασμού, Λάμπρος Λάιος, Πειραιάς 2010

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: