Μέθοδοι Τιμολόγησης Συμβάσεων (Β' μέρος)

Όταν επιβάλλεται, οι Συμβάσεις Σταθερού Τιμήματος συμπεριλαμβάνουν οικονομικούς όρους αναπροσαρμογής της τιμής (Fixed Price with Price Adjustments).

Η μεταβλητή τιμολόγηση (Variable Pricing) ή η τιμολογιακή αναπροσαρμογή (Contract Price Adjustment) αποτελούν διακανονισμό κατά τον οποίον η τιμή μπορεί να μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης (βλέπε σχήμα 14.3). Οι συμβάσεις σταθερού τιμήματος με τιμολογιακή αναπροσαρμογή μπορούν να χρησιμοποιηθούν όταν είναι προβληματική η πρόβλεψη του κόστους των αγοραζομένων εισροών του προμηθευτή και περιλαμβάνουν βασικές πληροφορίες κλιμάκωσης του κόστους και την πάγια υποχρέωση (fixed portion) του αγοραστή προς τον προμηθευτή.

 

Οι όροι αναπροσαρμογής της τιμής στις συμβάσεις σταθερού τιμήματος εισάγονται για να προφυλάξουν τόσο τον προμηθευτή όσο και τον αγοραστή από τις ασταθείς οικονομικές συνθήκες, όπως για παράδειγμα, όταν η αγορά εργασίας είναι ασταθής και όταν οι τιμές των υλικών μεταβάλλονται (π.χ. κόστη των υλικών σε κατασκευαστικά έργα). Εάν δεν χρησιμοποιηθούν όροι αναπροσαρμογής της τιμής, ο προμηθευτής θα συμπεριλάβει στην προσφορά του τη μεγαλύτερη δυνατή εκτίμηση ως προς το κόστος του, προκειμένου να ελαχιστοποιήσει την πιθανότητα ζημίας. Όπως προαναφέρθηκε οι αγοραστές προτιμούν προσφορές με σταθερό τίμημα για να γνωρίζουν τη μελλοντική δέσμευσή τους πριν από την υπογραφή της σύμβασης. Ωστόσο, οι προμηθευτές για να καλυφθούν έναντι του εμπορικού κινδύνου λόγω της μεταβολής των τιμών των αγοραζομένων εισροών τους κατά τη διάρκεια υλοποίησης της σύμβασης, θα υποβάλλουν προτάσεις με υψηλό τίμημα. Σε πολλές περιπτώσεις, το (σταθερό) τίμημα μπορεί να είναι υψηλότερο από αυτό που δικαιολογείται από τη μελλοντική αύξηση των εισροών, διότι ο προμηθευτής μπορεί να θελήσει να κερδοσκοπήσει από τις πιθανές διακυμάνσεις των τιμών.

 

Sxhma 14.3 Periodos anaprosarmoghs twn timwn stis symvaseis me metavlhth timologhsh 

 

Σχήμα 14.3: Περίοδος αναπροσαρμογής των τιμών στις συμβάσεις με μεταβλητή τιμολόγηση

 

Κατά τη σύναψη μιας σύμβασης με μεταβλητό τίμημα, γίνεται αποδεκτό ότι το κόστος των αγοραζομένων εισροών του προμηθευτή θα μεταβληθεί μέχρι τη λήξη της συνεργασίας. Επομένως, το τίμημα θα πρέπει να ενσωματώσει αυτές τις μεταβολές με τρόπο αμοιβαία αποδεκτό από τα συμβαλλόμενα μέρη. Ως εκ τούτου, για να διασφαλιστεί το συμφέρον του αγοραστή θα πρέπει να γίνεται έλεγχος στις τιμές και στους παράγοντες κόστους του προμηθευτή. Ένας τρόπος για να επιτευχθεί λογικό τίμημα είναι η προσαρμογή της αρχικής προσφοράς σύμφωνα με έγκυρους οικονομικούς δείκτες. Οι δείκτες αυτοί συσχετίζονται με αλλαγές στις τιμές των αγαθών ή/και των υπηρεσιών. Επαγγελματικοί φορείς, όπως για παράδειγμα το ISM το CIPS και το HPI, δημοσιεύουν τέτοιους δείκτες.

 

Με τη βοήθεια κατάλληλων σχέσεων, υπάρχει η δυνατότητα να υπολογιστεί η αναπροσαρμογή του τιμήματος και να παρακολουθούνται οι μεταβολές των τιμών. Μια ευρέως διαδεδομένη σχέση υπολογισμού της μεταβολής του τιμήματος μιας σύμβασης είναι η εξής:

 

 typos1

 

Όπου

  • Po: Αρχική τιμή
  • P: Αύξηση / μείωση της τιμής
  • α: Σταθερό μέρος (π.χ. 0, 05 ή 5% επί της τιμής προσφοράς)
  • b: Αναλογία εργασίας (π.χ. 0,475)
  • c: Αναλογία σε υλικά (π.χ. 0,475)
  • L: Τιμές καταλόγου για την εργασία στην περίοδο που μας ενδιαφέρει
  • Lo: Τιμές καταλόγου για την εργασία κατά την ημερομηνία βάσης ή κατά την ημερομηνία υποβολής της προσφοράς
  • Μ: Τιμές καταλόγου για τα υλικά στην περίοδο που μας ενδιαφέρει
  • Mo: Τιμές καταλόγου για τα υλικά κατά την ημερομηνία βάσης ή κατά την ημερομηνία υποβολής της προσφοράς

 

Για την επιτυχή εφαρμογή της παραπάνω σχέσης πρέπει να διασφαλίζονται τα εξής:

  • Το κόστος εργασίας και υλικών πρέπει να ανταποκρίνεται στην περίοδο υποβολής της προσφοράς.
  • Μη μηδενικό σταθερό τίμημα, το οποίο αποτελεί ένα μέρος της τιμής της προσφοράς.
  • Προκαθορισμένες αναλογίες της εργασίας και των υλικών επί της τιμής της προσφοράς.
  • Προκαθορισμένες περίοδοι εργασίας και προμήθειας υλικών κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της σύμβασης.

 

Παράδειγμα 14.1: Υπολογισμός της τιμολογιακής αναπροσαρμογής

Ας υποτεθεί ότι η ημερομηνία υποβολής μιας προσφοράς είναι ο Απρίλιος 2008, η ημερομηνία ολοκλήρωσης του έργου είναι ο Σεπτέμβριος 2009 και το έργο ξεκίνησε την 1η Ιουλίου 2008. Η τιμή προσφοράς ήταν 100.000€. Η διάρκεια της σύμβασης είναι 15 μήνες. Η περίοδος εργασίας είναι τα τελευταία 2/3 της διάρκειας της σύμβασης, δηλαδή οι τελευταίοι 10 μήνες της σύμβασης από τον Δεκέμβριο 2008 έως τον Σεπτέμβριο 2009. Αντίστοιχα, η διάρκεια προμήθειας των υλικών είναι τα αρχικά 3/5 της διάρκειας της σύμβασης, δηλαδή οι πρώτοι 9 μήνες της σύμβασης από τον Ιούλιο 2008 μέχρι το Μάρτιο 2009.

 

Πίνακας 14.1: Κόστη υλικών και εργασίας τα έτη 2008 και 2009

Pinakas 14.1 Kosth ylikwn kai ergasias ta eth 2008 kai 2009

 

 

Χρησιμοποιώντας τον τύπο:typos2

Mε βάση τα στοιχεία που δίνονται στον πίνακα 14.1 προκύπτει μια θετική αναπροσαρμογή του αρχικού τιμήματος ίση με 7.241,84€. Επομένως, το τελικό τίμημα της σύμβασης διαμορφώνεται τελικά τον Σεπτέμβριο του 2009 που λήγει η σύμβαση στα 107.241,84€.

 

Οι  Συμβάσεις με Επαναπροσδιορισμό του Τιμήματος δίνουν τη δυνατότητα μετατόπισης κάποιων κινδύνων από τον προμηθευτή προς τον αγοραστή. Οι συμβάσεις αυτές προβλέπουν αρχικά ένα σταθερό τίμημα μέχρι ενός χρονικού σημείου ή ποσοστού υλοποίησης της σύμβασης. Σε αυτό το χρονικό σημείο γίνεται νέα διαπραγμάτευση με βάση τα πραγματικά στοιχεία κόστους. Ως εκ τούτου, το τίμημα της σύμβασης μπορεί είτε να αυξηθεί είτε να μειωθεί. Οι συμβάσεις αυτές είναι κατάλληλες σε περιπτώσεις που απαιτείται παροχή μεγάλων ποσοτήτων και είναι διαπραγματεύσιμος ο καθορισμός ενός σταθερού τιμήματος στην πρώτη περίοδο της σύμβασης, πλην όμως το τίμημα δεν είναι αμοιβαία αποδεκτό αργότερα λόγω αλλαγών των οικονομικών συνθηκών. Μια μορφή αυτού του τύπου της σύμβασης προσδιορίζει επαναδιαπραγμάτευση της τιμής στο τέλος της σύμβασης και εφαρμόζεται σε έργα έρευνας και ανάπτυξης μικρής κλίμακας. Γενικά, συμβάσεις αυτού τύπου πρέπει να αποφεύγονται, διότι ουσιαστικά ενθαρρύνουν τους προμηθευτές να αυξάνουν αντί να μειώνουν το κόστος τους προκειμένου να αυξήσουν την αμοιβή τους.

 

shutterstock 59930902

 

Στις Συμβάσεις με βάση το κόστος του προμηθευτή συν μια σταθερή αμοιβή (Cost Plus Fixed Fee Contracts), ο προμηθευτής αποζημιώνεται για το σύνολο του κόστους που προκύπτει. Ο αγοραστής συμφωνεί να καταβάλλει στον προμηθευτή αποζημίωση για όλες τις κατηγορίες κόστους που μπορούν να αποδοθούν με αμοιβαία αποδεκτό τρόπο στο συμβατικό έργο. Επίσης, ο αγοραστής αποδέχεται να καταβάλλει μια σταθερή αμοιβή, πέραν της αποζημίωσης, για την επιτυχή εκτέλεση της εργασίας. Η πρόσθετη αμοιβή του προμηθευτή μεταβάλλεται μόνο όταν αλλάξει το περιεχόμενο του έργου. Είναι προφανές ότι με αυτό τον τύπο τιμολόγησης, ο προμηθευτής δεν έχει κίνητρο για μείωση του κόστους της σύμβασης.

 

Σε αυτού του τύπου τις συμβάσεις υπάρχουν όροι που περιλαμβάνουν μια αμοιβαία αποδεκτή από τις δύο πλευρές εκτίμηση του κόστους και μια σταθερή αμοιβή για τον προμηθευτή. Προφανώς, επειδή ο προμηθευτής δεν αναλαμβάνει κανενός είδους κίνδυνο, αποδέχεται συνήθως ένα σχετικά χαμηλό ύψος αμοιβής. Ωστόσο, από την πλευρά του αγοραστή συνήθως υπάρχει οροφή σε σχέση με την αποζημίωση που θα καταβάλλει.

 

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, στις συμβάσεις που δεν περιλαμβάνουν σταθερό τίμημα, ο αγοραστής οφείλει να ελέγχει το τελικό κόστος που θα πρέπει να καταβάλλει στον προμηθευτή. Ο έλεγχος αυτός μπορεί να πραγματοποιηθεί με διάφορους τρόπους, όπως για παράδειγμα:

 

  • Εβδομαδιαίες ή μηνιαίες αναφορές δαπανών και απόδοσης
  • Συναντήσεις οικονομικής και φυσικής προόδου
  • Κοστολόγηση «ανοιχτών βιβλίων» κατά την ολοκλήρωση

 

Γενικά, οι συμβάσεις «ανοιχτού κόστους» είναι κατάλληλες για περιπτώσεις στις οποίες οι τεχνολογικές και προγραμματικές συνθήκες περιλαμβάνουν υψηλό κίνδυνο με συνέπεια ο προμηθευτής να αδυνατεί να εκτιμήσει το κόστος. Τέτοιες περιπτώσεις αποτελούν έργα που σχετίζονται με την ανάπτυξη νέων προϊόντων, με εργασίες υψηλού κινδύνου (π.χ. γεωτρήσεις και έρευνες ανεύρεσης ναυαγίων) και με διερευνητικές μελέτες. Είναι προφανές ότι συμβάσεις αυτού του τύπου πρέπει να συνάπτονται μόνον όταν δε δύναται να επιτευχθεί συμφωνία με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, αφού ο μόνος περιορισμός για την εξασφάλιση του αγοραστή έγκειται στη σταθερή αμοιβή του προμηθευτή.

 

Οι Συμβάσεις με βάση το κόστος του προμηθευτή συν μια αμοιβή επιβράβευσης (Cost plus award) θεσπίσθηκαν αρχικά από την NASA τη δεκαετία του '60, όταν ο οργανισμός προμηθευόταν εξειδικευμένο και πολύπλοκο τεχνολογικό εξοπλισμό και υπηρεσίες για την υποστήριξη του διαστημικού προγράμματος. Η αμοιβή επιβράβευσης έχει εφαρμογή στην προμήθεια / ανάπτυξη λογισμικού και στην παροχή υπηρεσιών ασφάλειας (security), επιστασίας και καθαρισμού. Επίσης, εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε αγορά προϊόντων ή/και υπηρεσιών, στις οποίες η ανταμοιβή του προμηθευτή για μη-ποσοτικά χαρακτηριστικά σηματοδοτεί σωστή επιχειρηματική πρακτική. Η αμοιβή επιβράβευσης είναι ένα ποσό που ο αγοραστής διαθέτει στον προμηθευτή, σε περιοδική βάση, ως αναγνώριση της ιδιαίτερης προσπάθειάς του όσον αφορά στην ικανοποίηση των ιδιαίτερων αναγκών του αγοραστή. Η διαφορά της αμοιβής επιβράβευσης από οποιαδήποτε άλλη σταθερή αμοιβή, είναι ότι βασίζεται στην υποκειμενική εκτίμηση του αγοραστή για την προσπάθεια που κατέβαλε ο προμηθευτής πέρα από τις αμιγώς συμβατικές του υποχρεώσεις. Η διαφορά της αμοιβής επιβράβευσης με τις συμφωνίες κινήτρων που θα αναφερθούν παρακάτω, έγκειται στην επιθυμία του αγοραστή για αυξημένη απόδοση του προμηθευτή και όχι στην εξοικονόμηση κόστους.

 

shutterstock 142785721

 

Οι Συμβάσεις με βάση το κόστος του προμηθευτή χωρίς πρόσθετη αμοιβή (Cost without Fee) χρησιμοποιούνται κυρίως σε ερευνητικά έργα και προγράμματα βασικής έρευνας, τα οποία απευθύνονται σε ερευνητικούς φορείς (π.χ. πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα) και ανατίθενται είτε από κρατικούς φορείς είτε από τη βιομηχανία. Ειδικότερα, οι ερευνητικοί φορείς που εκτελούν το έργο αποζημιώνονται για τα γενικά τους έξοδα, τον εργαστηριακό εξοπλισμό και το ερευνητικό προσωπικό που συμμετέχει στο έργο. Τα τελευταία χρόνια πολλές επιχειρήσεις σε τομείς υψηλής τεχνολογίας χρησιμοποιούν συμβάσεις αυτού του τύπου.

 

Στις Συμβάσεις με επιμερισμό κόστους (Cost Sharing), το κόστος του έργου επιμερίζεται με κάποια προκαθορισμένη αναλογία (στις περισσότερες περιπτώσεις 50-50) τόσο στον προμηθευτή όσο και στον αγοραστή. Τέτοιου τύπου συμβάσεις χρησιμοποιούνται σε έργα βιομηχανικής έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης. Ειδικότερα, ο προμηθευτής εκτιμά ότι θα αποσβέσει την επένδυσή του μετά το πέρας του έργου με τη δημιουργία ενός νέου προϊόντος, το οποίο θα μπορέσει να το εκμεταλλευτεί ή να το παράγει μαζικά.

 

Πηγή: Διοίκηση Εφοδιασμού, Λάμπρος Λάιος, Πειραιάς 2010

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: