Demand Planning: H Διαδικασία Προγραμματισμού της Ζήτησης

Η Διαδικασία Προγραμματισμού της Ζήτησης αποτελείται από διάφορες επιμέρους φάσεις (βλέπε σχήμα 17.4).

Αρχικά, επικαιροποιείται η βασική δομή του προγράμματος ζήτησης και συλλέγονται τα απαραίτητα στοιχεία. Εν συνεχεία, δημιουργούνται κάποιες προκαταρκτικές προβλέψεις σε διάφορες διαστάσεις χρησιμοποιώντας κατάλληλες στατιστικές τεχνικές πρόβλεψης.

 

Μετέπειτα, ακολουθούν η ενοποίηση-συγκέντρωση των επιμέρους προβλέψεων και η ενσωμάτωση διαφόρων στοιχείων με βάση τις κρίσεις διαφόρων στελεχών, με στόχο τη βελτίωση της αξιοπιστίας των προβλέψεων. Με βάση αυτές τις προβλέψεις καταρτίζονται μεταξύ άλλων τα προγράμματα εφοδιασμού, τα προγράμματα κατανομής επιχειρησιακών πόρων, καθώς και τα προγράμματα παραγωγής και εξετάζεται η μεταξύ τους συμβατότητα.

 

Απώτερος στόχος είναι η εξισορρόπηση των διαφορετικών τάσεων και η δημιουργία ενός ή περισσοτέρων εναλλακτικών προγραμμάτων ζήτησης, ένα εκ των οποίων τελικά θα εγκριθεί και θα υλοποιηθεί στην τρέχουσα περίοδο προγραμματισμού.

 

Sxhma 17.4 Diadikasia programmatismoy ths zhthshs

 

Σχήμα 17.4: Διαδικασία προγραμματισμού της ζήτησης

 

Προετοιμασία

 

Το πρώτο βήμα είναι η επικαιροποίηση της βασικής δομής του προγράμματος ζήτησης (π.χ. εισαγωγή νέων προϊόντων, κατάργηση προϊόντων και επέκταση σε νέες αγορές). Στη συνέχεια συλλέγονται και εισάγονται τα διαθέσιμα ιστορικά στοιχεία της ζήτησης (π.χ. αποστολές προϊόντων και παραγγελίες από πελάτες). Σε κάθε περίπτωση, τα στοιχεία και οι πληροφορίες που χρησιμοποιούνται για τις προβλέψεις πρέπει να ανανεώνονται σε συνεχή βάση (π.χ. κάθε μήνα).

 

Με αυτόν τον τρόπο, εξασφαλίζεται αφενός η επικαιροποίηση των προβλέψεων και αφετέρου η αύξηση της ακρίβειας των προβλέψεων, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να απαιτηθούν διορθώσεις στα ιστορικά στοιχεία. Για παράδειγμα, εάν κατά τη διάρκεια των αποστολών ενός προϊόντος συνέβησαν εξαντλήσεις στα αποθέματα, αυτές πρέπει να συνεκτιμηθούν ώστε να αυξηθεί ανάλογα η ποσότητα ζήτησης.

 

Σε γενικές γραμμές, όσο αυξάνει ο όγκος των διαθέσιμων δεδομένων, τόσο αυξάνει η ακρίβεια των προβλέψεων, υπό την προϋπόθεση ότι τα νέα δεδομένα είναι καθαρά και δεν επισύρουν στρεβλώσεις.

  

Προκαταρκτικές στατιστικές προβλέψεις

 

Οι μέθοδοι πρόβλεψης βασίζονται σε τεχνικές που χρησιμοποιούν ιστορικά δεδομένα και αποτυπώνουν τα βασικά χαρακτηριστικά μιας χρονοσειράς. H επιλογή της κατάλληλης μεθόδου στατιστικής πρόβλεψης εξαρτάται από το χρονικό ορίζοντα και από το επιθυμητό επίπεδο λεπτομέρειας.

 

Αρχικά, τα διαθέσιμα στοιχεία αναλύονται με στόχο το ξεκαθάρισμα και την επιλογή εκείνων που διαστρεβλώνουν λιγότερο και αποτυπώνουν καλύτερα τη ζήτηση των προηγούμενων περιόδων.

 

Μετέπειτα, παράγεται μια προκαταρκτική στατιστική πρόβλεψη της ζήτησης (base statistical forecast) χρησιμοποιώντας την τεχνική πρόβλεψης που ταιριάζει καλύτερα (best forecasting fit) με το προφίλ και τα χαρακτηριστικά της ζήτησης.

 

Fotolia 30447272 XS

 

Ενοποίηση και προσαρμογή των προβλέψεων από τις πωλήσεις και το marketing

 

Η εφαρμογή στατιστικών τεχνικών πρόβλεψης οδηγεί συνήθως σε αξιόπιστες προβλέψεις, οι οποίες συνήθως επισύρουν λιγότερα σφάλματα συγκριτικά με τεχνικές πρόβλεψης που βασίζονται αποκλειστικά σε εμπειρικούς κανόνες ή στην ανθρώπινη κρίση. Παρόλα αυτά οι στατιστικές τεχνικές πρόβλεψης από μόνες τους δεν επαρκούν διότι ως επί το πλείστον βασίζονται σε δεδομένα του παρελθόντος.

 

Ειδικότερα, η πληροφόρηση που πιθανώς διαθέτουν τα στελέχη μιας επιχείρησης μπορεί να έχει σημαντική επίπτωση στην πρόβλεψη της ζήτησης και επομένως δεν μπορεί να αγνοηθεί. Συνεπώς, οι στατιστικές προβλέψεις πρέπει να εμπλουτίζονται με όλες τις διαθέσιμες πρόσθετες πληροφορίες που επηρεάζουν ποσοτικά (π.χ. προγράμματα προώθησης προϊόντων, εκστρατείες μάρκετινγκ, αλλαγές στον αριθμό των καταστημάτων λιανικής πώλησης) και χρονικά τη ζήτηση (π.χ. προώθηση πωλήσεων στην περιοχή Χ την περίοδο Υ).

 

Προς αυτήν την κατεύθυνση, η αρχική προκαταρκτική στατιστική πρόβλεψη που αναδεικνύει τις γενικές τάσεις (π.χ. εποχιακή ζήτηση) διορθώνεται είτε με την προσθήκη νέων στοιχείων, είτε με την ενσωμάτωση των εμπειρικών προβλέψεων από τα στελέχη των Πωλήσεων και του Μάρκετινγκ. Ειδικότερα, η φάση αυτή περιλαμβάνει τη μελέτη, αξιολόγηση και προσθήκη παραγόντων, είτε εξωτερικών είτε εσωτερικών, που πιθανώς επηρεάζουν τη ζήτηση. Για παράδειγμα, το πλήθος των ανταγωνιστών, τα νέα προϊόντα, η διαφήμιση, οι τεχνολογικές αλλαγές και ο τρόπος διάθεσης επηρεάζουν τις προτιμήσεις των καταναλωτών και συνεπώς τη ζήτηση. Από την άλλη πλευρά, η τιμή, η στρατηγική προώθησης, ο τρόπος παρουσίασης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και η ποιότητα των προϊόντων είναι παράγοντες που ρυθμίζονται εσωτερικά από την εκάστοτε επιχείρηση και επηρεάζουν καθοριστικά τη ζήτηση.

 

Ο τρόπος και το μέγεθος της αναθεώρησης δεν ακολουθεί προκαθορισμένους κανόνες. Ωστόσο, η φάση της ενοποίησης και της προσαρμογής καθίσταται πιο αποτελεσματική όταν ακολουθούνται δομημένες διαδικασίες. Μεγαλύτερη βαρύτητα επίσης θα πρέπει να δίδεται στις απόψεις των στελεχών, των οποίων οι προηγούμενες προβλέψεις είχαν αποδειχθεί περισσότερο ακριβείς. Σε κάθε περίπτωση, η τελική πρόβλεψη είναι αποτέλεσμα συνεργασίας και συγκερασμού απόψεων και αποτελεί τη βάση για τον προγραμματισμό τόσο της παραγωγής, όσο και των δραστηριοτήτων της αλυσίδας εφοδιασμού.

 

Δημιουργία προγράμματος παραγωγής και εφοδιασμού

 

Οι τελικές προβλέψεις της ζήτησης αναφέρονται αποκλειστικά σε τελικά προϊόντα ή σε ομάδες τελικών προϊόντων, των οποίων η ζήτηση είναι ανεξάρτητη. Ωστόσο, η τελική πρόβλεψη της ζήτησης για ένα προϊόν καθορίζει την εξαρτημένη ζήτηση των επιμέρους εξαρτημάτων και υλικών που το συνθέτουν. Έτσι, με βάση τις τελικές προβλέψεις για την ανεξάρτητηDemand Planning Graphic3 και την εξαρτημένη ζήτηση κάθε αγοραζόμενου ή παραγόμενου είδους (και τον αντίστοιχο χρονικό ορίζοντα προγραμματισμού) καταρτίζονται τα προγράμματα εφοδιασμού (διαχείριση των αποθεμάτων και μελλοντική ροή των αγοραζομένων εισροών από τους προμηθευτές) και παραγωγής (χρονοπρογραμματισμός των παραγωγικών διαδικασιών και μονάδων).

 

Με το πέρας της κατάρτισης των προγραμμάτων εφοδιασμού και παραγωγής εξετάζεται η συμβατότητά τους με τις τελικές προβλέψεις της ζήτησης (π.χ. διαθεσιμότητα υλικών, χρηματοοικονομικό κόστος αγορών, δυναμικότητα παραγωγής) και προτείνονται εναλλακτικά σενάρια για την εξισορρόπηση του εφοδιασμού, της παραγωγής και της ζήτησης. Για παράδειγμα, όταν οι δυνατότητες εφοδιασμού ενός συγκεκριμένου υλικού ή εξαρτήματος είναι περιορισμένες, τότε η τελική πρόβλεψη της ζήτησης πρέπει να αναθεωρηθεί και να προσαρμοστεί ανάλογα (π.χ. η δυνατότητα παραγωγής δραστικών συστατικών επηρεάζει τις ποσότητες παραγωγής φαρμάκων).

 

Σε κάθε περίπτωση, απώτερος στόχος είναι να βρεθεί το σημείο ισορροπίας, το οποίο θα οδηγήσει σε μια συναινετική πρόβλεψη της ζήτησης για την τρέχουσα περίοδο προγραμματισμού.

 

Τελική έγκριση

 

Τα διαφορετικά σενάρια προγραμματισμού της ζήτησης διαβιβάζονται στις οικονομικές υπηρεσίες προκειμένου να διεξαχθεί λεπτομερής οικονομική ανάλυση.

 

Ακολουθεί σύσκεψη της διοίκησης με τα υψηλόβαθμα στελέχη της επιχείρησης, όπου εγκρίνονται και κοινοποιούνται τα τελικά προγράμματα ζήτησης, παραγωγής και εφοδιασμού, καθώς και τα αντίστοιχα προγράμματα χρηματοδότησής τους.

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι η διαδικασία προγραμματισμού είναι διαρκής και απαιτείται η συνεχής αξιολόγηση των επιδόσεων του προγράμματος ζήτησης.

 

Επιπλέον, ο χρονικός ορίζοντας προγραμματισμού πρέπει να δίνει στη διοίκηση τη δυνατότητα να αντιδρά στις αλλαγές και να προσαρμόζονται αντίστοιχα τα προγράμματα εφοδιασμού και παραγωγής.

 

Συνήθως, στις περισσότερες επιχειρήσεις ο χρονικός ορίζοντας προγραμματισμού της ζήτησης εκτείνεται από 12 έως 36 μήνες.

 

Πηγή: Διοίκηση Εφοδιασμού, Λάμπρος Λάιος, Πειραιάς 2010

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:

CSM-300x250-v2

Γράφουν οι

Newsletter Signup

Εγγραφείτε στο newsletter μας για να λαμβάνετε τα νέα και τις ενημερώσεις μας.

Go to top