Αξιολόγηση Οικονομικής Κατάστασης Προμηθευτών

Η αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης των ενεργών και των δυνητικών προμηθευτών εντάσσεται στις αρμοδιότητες των στελεχών εφοδιασμού.

Αποκτά δε ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση μακροχρόνιων συνεργασιών για την προμήθεια κρίσιμων και επίφοβων υλικών. Η διακοπή εφοδιασμού λόγω οικονομικής αδυναμίας ή χρεοκοπίας του προμηθευτή μπορεί να αποβεί καταστρεπτική για μια επιχείρηση διότι δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις ανάγκες των πελατών της.

 

Η αξιολόγηση της οικονομικής υγείας των προμηθευτών είναι μια δύσκολη διαδικασία. Συχνά, τα σημεία της οικονομικής δυσπραγίας εμφανίζονται βαθμιαία και σε πολλές περιπτώσεις συγκαλύπτονται από τον προμηθευτή. Επίσης, η πρόσβαση σε κρίσιμα οικονομικά στοιχεία δεν είναι πάντα εφικτή, είτε διότι οι προμηθευτές δεν έχουν υποχρέωση να τα δημοσιοποιούν, είτε διότι ανήκουν σε μεγάλους ομίλους, με αποτέλεσμα τα στοιχεία να καλύπτονται μέσα σε ενοποιημένες οικονομικές αναφορές. Μια άλλη ενδιαφέρουσα παράμετρος της ανάλυσης των οικονομικών στοιχείων είναι η εκτίμηση για το τι συνιστά φυσιολογική οικονομική υγεία, διότι είναι μεγάλες οι αποκλίσεις μεταξύ κλάδων.

 

Η βασική χρηματοοικονομική ανάλυση βασίζεται σε αριθμοδείκτες που υπολογίζονται με βάση πληροφορίες που περιέχονται στις οικονομικές εκθέσεις-καταστάσεις μιας επιχείρησης, ήτοι τον ισολογισμό και τα αποτελέσματα χρήσεως. Ο ισολογισμός είναι η «φωτογραφία» της οικονομικής θέσης μιας επιχείρησης σε δεδομένη χρονική στιγμή (at a point of time). Απεικονίζει αφενός το ενεργητικό της επιχείρησης (περιουσιακά στοιχεία, διαθέσιμα και πιστώσεις προς πελάτες) και αφετέρου το παθητικό (το κεφάλαιο και τις οφειλές-υποχρεώσεις σε τράπεζες και προμηθευτές). Τα αποτελέσματα χρήσεως περιγράφουν αναλυτικά την οικονομική πρόοδο μιας επιχείρησης στη διάρκεια μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου (over a period of time). Tα αποτελέσματα χρήσεως ενημερώνονται σε μηνιαία, τριμηνιαία ή ετήσια βάση και περιλαμβάνουν πληροφορίες τόσο για τον κύκλο εργασιών (δηλαδή τα έσοδα των πωλήσεων ή/και άλλων πηγών εισοδημάτων), όσο και για τις δαπάνες και τις πηγές κόστους. Προφανώς, αν εξεταστεί μια σειρά ισολογισμών και αποτελεσμάτων χρήσεως μπορεί να προσδιοριστεί η οικονομική πορεία μιας επιχείρησης.

 

Το ενεργητικό σε ένα ισολογισμό αποτελείται κυρίως από τα πάγια και το κυκλοφορούν ενεργητικό της επιχείρησης. Το πάγιο ενεργητικό περιλαμβάνει τα υλικά και τα άυλα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης, όπως για παράδειγμα φήμη και πελατεία, μηχανήματα, κτίρια και μεταφορικά μέσα. Στα πάγια συνήθως καταγράφεται η αξία κτήσης τους, από την οποία αφαιρούνται οι αποσβέσεις, ώστε να παρουσιάζεται η αναπόσβεστη αξία που μαρτυρεί τη λογιστική τους αξία. Από την άλλη πλευρά, το κυκλοφορούν ενεργητικό περιλαμβάνει τα αποθέματα, τις οφειλές, τα χρεόγραφα και τα διαθέσιμα. Τα αποθέματα αφορούν στη δέσμευση κεφαλαίων σε εμπορεύματα, προϊόντα, πρώτες ύλες και υλικά συσκευασίας, τα οποία υπάρχουν αποθεματοποιημένα τη δεδομένη χρονική στιγμή στην επιχείρηση. Στις οφειλές περιλαμβάνονται απαιτήσεις που έχει η επιχείρηση από πελάτες που της χρωστούν ή λοιπούς χρεώστες, αλλά και επιταγές ή γραμμάτια. Στα χρεόγραφα συγκαταλέγονται μετοχές και ομόλογα που διαθέτει η επιχείρηση, καθώς επίσης και τυχόν προκαταβολές που έχουν δοθεί σε τρίτους. Τέλος, τα διαθέσιμα αφορούν στα χρήματα που υπάρχουν στο ταμείο και στις καταθέσεις της επιχείρησης σε τράπεζες.

 

Το παθητικό σε ένα ισολογισμό αποτελείται κυρίως από τα ίδια κεφάλαια και τις υποχρεώσεις της επιχείρησης. Ίδια κεφάλαια είναι αυτά που έχουν εισφέρει οι μέτοχοι, τα αδιανέμητα κέρδη προηγούμενων χρήσεων, τα αφορολόγητα αποθεματικά και οι επιχορηγήσεις, οι προβλέψεις για διάφορες δαπάνες (π.χ. αποζημιώσεις προσωπικού), διαφορές ενοποίησης και δικαιώματα μειοψηφίας, καθώς επίσης και τα ποσά που προορίζονται για αύξηση μετοχικού κεφαλαίου. Οι υποχρεώσεις μιας επιχείρησης διακρίνονται στις μακροπρόθεσμες (π.χ. μακροπρόθεσμα δάνεια) και βραχυπρόθεσμες (π.χ. βραχυπρόθεσμα δάνεια για κεφάλαιο κίνησης και λοιπές υποχρεώσεις προς τους προμηθευτές και πιστωτές). Επίσης, περιλαμβάνονται επιταγές πληρωτέες, προκαταβολές πελατών, καθώς και υποχρεώσεις της επιχείρησης σε φόρους, τέλη και ασφαλιστικούς οργανισμούς.

 

supply-chain-insightΑπό την άλλη πλευρά, τα αποτελέσματα χρήσεως παρουσιάζουν τα έσοδα και τα έξοδα της επιχείρησης. Αρχικά αποτυπώνονται τα έσοδα από τις πωλήσεις της επιχείρησης και το κόστος πωληθέντων. Το κόστος πωληθέντων διαφοροποιείται ανάλογα με το είδος της επιχείρησης. Σε μια παραγωγική επιχείρηση το κόστος πωληθέντων περιλαμβάνει όλες τις δαπάνες που γίνονται για την παραγωγή ενός τελικού προϊόντος, ενώ σε μια εμπορική επιχείρηση περιλαμβάνει το κόστος αγοράς των εμπορευμάτων. Η διαφορά του κόστους πωληθέντων από τις πωλήσεις δίνει το μικτό αποτέλεσμα (μικτό κέρδος). Στα μικτά αποτελέσματα συχνά προστίθενται και άλλες πηγές εισοδημάτων (π.χ. επιχορηγήσεις, έσοδα από ενοίκια, έσοδα από την πώληση υποπροϊόντων). Εν συνεχεία εμφανίζονται δύο μεγάλες κατηγορίες εξόδων, ήτοι τα έξοδα διοίκησης (π.χ. μισθοί διοικητικού προσωπικού, αποσβέσεις παγίων διοίκησης και δαπάνες αναλωσίμων) και λειτουργίας (π.χ. έξοδα διαφήμισης, μισθοί πωλητών και αποσβέσεις μεταφορικών μέσων). Με την αφαίρεση των παραπάνω εξόδων από το μικτό αποτέλεσμα λαμβάνουμε το λειτουργικό αποτέλεσμα της επιχείρησης. Εν συνεχεία, με την αφαίρεση (ή πρόσθεση) των χρεωστικών (ή πιστωτικών) τόκων λαμβάνονται τα ολικά αποτελέσματα χρήσης, στα οποία προστίθενται (ή αφαιρούνται) έσοδα και έξοδα προηγούμενων χρήσεων, έξοδα και ζημίες συμμετοχών και χρεογράφων, προβλέψεις για έκτακτους κινδύνους και άλλα, για να προκύψει το καθαρό αποτέλεσμα χρήσης. Μετά την αφαίρεση του φόρου προκύπτουν τα καθαρά αποτελέσματα μετά φορολογίας, στα οποία εάν προσθαφαιρεθούν οι διαφορές φορολογικού ελέγχου και τα υπόλοιπα κερδών προηγουμένων χρήσεων, προκύπτουν τα καθαρά αποτελέσματα. Συνυπολογίζοντας τα μερίσματα, τις ζημίες προηγούμενων χρήσεων και τα αποθεματικά κεφάλαια προκύπτουν τα υπόλοιπα κερδών εις νέον.

 

Στον πίνακα 11.9 παρουσιάζονται συγκριτικά στοιχεία των ισολογισμών μιας υποθετικής επιχείρησης με την επωνυμία «ΑΚΜΗ», όπως αυτά διαμορφώθηκαν στις 31 Δεκεμβρίου 2009 και 2010 αντίστοιχα. Η ανάλυση των ισολογισμών δείχνει ότι το ενεργητικό αυξήθηκε κατά 2,8εκ.€. Από την άλλη πλευρά, προσεκτικότερη εξέταση αποκαλύπτει ότι το ταμείο μειώθηκε κατά 1,5εκ.€ (μεταβολή 75%) και οι προκαταβολές μειώθηκαν κατά 200.000€ (μεταβολή κατά 20%). Επίσης, οι οφειλές των πελατών και τα αποθέματα αυξήθηκαν συνολικά κατά 4,5εκ.€. Στο παθητικό, οι οφειλές της επιχείρησης προς τρίτους διπλασιάστηκαν από 4 σε 8εκ.€, κάτι που υποδηλώνει ότι η ΑΚΜΗ το 2010 έχει μειωμένη ρευστότητα σε συνδυασμό με αυξημένες βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις (οφειλές προς χρεώστες) σε σχέση με το 2009.

 

Ο πίνακας 11.10 περιέχει συγκριτικά αποτελέσματα χρήσεως για τα έτη 2009 και 2010. Παρατηρείται μια αύξηση του κόστους πωληθέντων κατά 3εκ.€ (8,6%) και μια αύξηση των γενικών διοικητικών εξόδων κατά 500.000€ (12,5%). Οι εν λόγω μεταβολές συνεπάγονται μια μείωση των κερδών κατά 3,5εκ.€, ήτοι 1,5εκ.€ ζημίες το 2010 από 2εκ.€ κέρδη το 2009.

 

Σε πολλές περιπτώσεις μια επιχείρηση μπορεί να αποκομίζει κέρδη, αλλά ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει προβλήματα ρευστότητας. Πιο συγκεκριμένα, μπορεί τα μετρητά της επιχείρησης να είναι δεσμευμένα, είτε σε αποθέματα (τελικά προϊόντα ή πρώτες ύλες), είτε σε πιστώσεις από τρίτου, είτε σε οφειλές προς βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις. Σε αυτή την περίπτωση μια επιχείρηση είναι υποχρεωμένη να δαπανήσει επιπρόσθετα ποσά για αγορές μηχανημάτων και εξοπλισμού, για μισθούς και για εξοφλήσεις φόρων και μερισμάτων.

 

Πίνακας 11.9: Απλοποιημένο συγκριτικό φύλλο ισολογισμών μιας επιχείρησης

Pinakas 11.9 Aplopoihmeno sygkritiko fyllo isologismwn mias epixeirhshs 

 

Πίνακας 11.10: Απλοποιημένο συγκριτικό φύλλο αποτελεσμάτων χρήσεως μιας επιχείρησης

Pinakas 11.10 Aplopoihmeno sygkritiko fyllo apotelesmatwn xrhsews mias epixeirhshs 

 

Για την αξιολόγηση της χρηματοοικονομικής θέσης και της αποδοτικότητας μιας επιχείρησης χρησιμοποιούνται διάφοροι οικονομικοί δείκτες (βλέπε Παράρτημα Δ), οι οποίοι συνοψίζουν και περιγράφουν την οικονομική της κατάσταση. Στόχος των εν λόγω αριθμοδεικτών είναι αφενός η ανάλυση των τάσεων μέσα στην επιχείρηση και αφετέρου η σύγκριση των λειτουργικών στοιχείων μιας επιχείρησης είτε με άλλες ανταγωνιστικές επιχειρήσεις είτε με βιομηχανικά πρότυπα. Συνήθως, για την οικονομική αξιολόγηση δυνητικών προμηθευτών χρησιμοποιούνται αριθμοδείκτες που σχετίζονται με τη ρευστότητα και με την κεφαλαιακή διάρθρωση και φερεγγυότητα.

 

Μια επιχείρηση θεωρείται φερέγγυα όταν το συνολικό ενεργητικό της είναι μεγαλύτερο από τις υποχρεώσεις της προς τρίτους. Οι αριθμοδείκτες φερεγγυότητας προσδιορίζουν την ικανότητα διαχείρισης του κύκλου ταμειακής ροής και την εικόνα δανεισμού μιας επιχείρησης. Παρόλα αυτά, τα σχετικά στοιχεία που ανακοινώνονται στους ισολογισμούς μπορεί ως ένα βαθμό να είναι παραπλανητικά. Για παράδειγμα, υπάρχουν επιχειρήσεις που αναστέλλουν την αποπληρωμή των δανείων τους μέχρι τη δημοσίευση των ισολογισμών, έτσι ώστε να απεικονίζεται ταμειακή κατάσταση καλύτερη από την πραγματική.

 

Από την άλλη πλευρά, δείκτες που σχετίζονται με την κερδοφορία δείχνουν την επιδείνωση ή την καλή πορεία της οικονομικής κατάστασης ενός προμηθευτή. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι δείκτες φερεγγυότητας αποτελούν το επίκεντρο της αξιολόγησης διότι σχετίζονται με πιθανή αστάθεια και διακοπές στις παραγωγικές δραστηριότητες ενός προμηθευτή. Για το λόγο αυτό πρέπει να παρακολουθούνται στενά ιδιαίτερα σε κρίσιμους προμηθευτές. Τέλος, σε περιπτώσεις που η οικονομική ευρωστία των προμηθευτών αποκλίνει σημαντικά από την υγιή κατάσταση, πρέπει να αναλύονται οι αιτίες και να λαμβάνονται τα απαραίτητα μέτρα.

 

Γενική ρευστότητα

 

Η γενική ρευστότητα εκφράζει την ικανότητα ανταπόκρισης μιας επιχείρησης προς τις βραχυπρόθεσμες οικονομικές υποχρεώσεις της και υπολογίζεται ως εξής:

 

Κυκλοφορούν ενεργητικό
----------------------------------------------------
Βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις

 

Ο δείκτης προϋποθέτει ότι όλο το κυκλοφορούν ενεργητικό, αν απαιτηθεί, μπορεί να μετατραπεί αμέσως σε μετρητά, προκειμένου μια επιχείρηση να αντιμετωπίσει όλες τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις της. Τιμή άνω του 1 ερμηνεύεται ότι η επιχείρηση μπορεί να καλύψει τα βραχυπρόθεσμα χρέη της. Στην πραγματικότητα μια τιμή του δείκτη άνω του 2 παρέχει περιθώριο ασφάλειας, διότι δεν είναι πάντα εφικτή η μετατροπή του κυκλοφορούντος ενεργητικού στην πραγματική του αξία όταν απαιτείται εσπευσμένη μετατροπή σε μετρητά. Στην περίπτωση της εταιρείας ΑΚΜΗ η γενική ρευστότητα μειώθηκε από 2,17 το 2009 σε 1,58 το 2010, και δείχνει μειωμένη ικανότητα αντιμετώπισης των τρεχουσών υποχρεώσεων.

Το κεφάλαιο κίνησης (κυκλοφορούν ενεργητικό-βραχυπρόθεσμο παθητικό) δείχνει την επάρκεια της επιχείρησης να ανταποκριθεί στις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις και θα πρέπει να παρακολουθείται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Σε περίπτωση που μια επιχείρηση δεν διαθέτει επαρκές κεφάλαιο κίνησης λαμβάνει βραχυπρόθεσμο δανεισμό.

 

Άμεση ρευστότητα (Acid Ratio)

 

Ο δείκτης αυτός είναι παρόμοιος με τη Γενική ρευστότητα αλλά δεν περιλαμβάνει την αξία των αποθεμάτων. Ως γνωστόν τα αποθέματα πρέπει να μετατρέπονται ή/και να πωλούνται πριν μετατραπούν σε ρευστοποιήσιμα στοιχεία (liquid assets). Ο δείκτης, συνεπώς, περιλαμβάνει μόνο τους οφειλέτες και το ταμείο από το κυκλοφορούν ενεργητικό. Υπολογίζεται ως εξής:

 

Κυκλοφορούν ενεργητικό – αποθέματα
-------------------------------------------------------------
Βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις

 

Τιμή μεγαλύτερη της μονάδας αποτελεί ένδειξη επαρκούς ρευστότητας. Στην περίπτωση της ΑΚΜΗ η άμεση ρευστότητα μειώθηκε από 1,50 στο 1,03 γεγονός που δείχνει ότι ίσως δεν θα μπορέσει να πληρώσει τις άμεσες υποχρεώσεις εάν προκύψει επιδείνωση του κύκλου εργασιών της.

 

Κυκλοφοριακή ταχύτητα αποθεμάτων (Stock Turnover)

 

Εκτιμά το ρυθμό μετατροπής των αποθεμάτων τελικών προϊόντων και υλικών σε πωλήσεις. Εάν παρατηρούνται μικρές τιμές του δείκτη, η επιχείρηση έχει «λιμνάζοντα» αποθέματα, τα οποία δεσμεύουν πολύτιμα κεφάλαια και αυξάνουν το λειτουργικό κόστος. Η κυκλοφοριακή ταχύτητα υπολογίζεται ως εξής:

 

Κόστος πωλήσεων
--------------------------------
ΜΟ αποθεμάτων

 

Ο μέσος όρος (ΜΟ) των αποθεμάτων υπολογίζεται με βάση την αξία τους στην αρχή και στο τέλος ενός έτους. Η αξία των αποθεμάτων «αρχής» ενός έτους ταυτίζεται με την αξία των αποθεμάτων «τέλους» του προηγουμένου έτους.

 

Η αξία των αποθεμάτων μπορεί να μεταβάλλεται σημαντικά (π.χ. λόγω εποχικότητας). Γι' αυτό, ο ανωτέρω μέσος όρος, που υπολογίζεται από τις τιμές της αρχής και του τέλους μιας χρονικής περιόδου, μπορεί να μην είναι αντιπροσωπευτικός. Ανάλογα με τον εξεταζόμενο βιομηχανικό κλάδο μπορεί να απαιτείται συντελεστής στάθμισης ή προσαρμογής (π.χ. για την αντίστοιχη περίοδο του έτους που τα αποθέματα αυξάνονται ή μειώνονται). Τα επίπεδα αποθεμάτων σε μια επιχείρηση μπορεί να μεταβάλλονται σημαντικά στη διάρκεια ενός έτους, συνεπώς μπορεί να είναι δύσκολος ο υπολογισμός του μέσου αποθέματος.

 

Στην περίπτωση της ΑΚΜΗ για λόγους απλοποίησης το απόθεμα της 31/12 ταυτίζεται με τον ΜΟ αποθέματος. Η κυκλοφοριακή ταχύτητα μειώθηκε από 8,75 σε 6,91 και οι ημέρες αποθέματος από 41,71 σε 52,83, γεγονός που ερμηνεύεται ως μείωση της αποτελεσματικότητας στη διαχείριση των αποθεμάτων.

 

Περιθώριο λειτουργικού κέρδους

 

Το περιθώριο λειτουργικού κέρδους εκφράζει το πραγματικό ποσοστό μικτού κέρδους με το οποίο λειτουργεί η επιχείρηση και υπολογίζεται ως εξής:

 

Κέρδη προ φόρων x 100
--------------------------------------
Πωλήσεις

 

Ο παραπάνω δείκτης δίνει το καθαρό κέρδος που απορρέει για κάθε ένα ευρώ πωλήσεων που πραγματοποιεί η επιχείρηση. Στην περίπτωση της ΑΚΜΗ, το περιθώριο λειτουργικού κέρδους μειώθηκε από 4,4% στο -3,3%, το οποίο εκφράζει ουσιαστικά τις ζημίες της ως ποσοστό του κύκλου εργασιών της.

 

money-924828 1280

 

Απόδοση απασχολούμενου κεφαλαίου (Return on capital employment - ROCE)

 

Γενικά, οι δείκτες αποδοτικότητας εκφράζουν την αποτελεσματικότητα διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης και των επενδύσεων που έχουν γίνει. Ο δείκτης απόδοσης απασχολούμενου κεφαλαίου εκφράζει την απόδοση των κεφαλαίων που έχουν συνεισφέρει οι μέτοχοι συνυπολογίζοντας και το μακροπρόθεσμο δανεισμό της επιχείρησης ως ποσοστό του μικτού κέρδους και υπολογίζεται ως εξής:

 

Κέρδη προ φόρων
-------------------------------------------------------------------------------------------
Σύνολο ιδίων κεφαλαίων + μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις

 

Στην περίπτωση της ΑΚΜΗ, η απόδοση απασχολούμενου κεφαλαίου μειώθηκε από 6,25% στο -4,87%, γεγονός που εκφράζει ουσιαστικά την αρνητική αξιοποίηση των κεφαλαίων της επιχείρησης. Εναλλακτικά, μπορεί να υπολογιστεί το ποσοστό του μικτού κέρδους στο σύνολο του ενεργητικού της επιχείρησης (σχέση μεταξύ κερδών και περιουσίας της επιχείρησης). Υψηλές επενδύσεις, δηλαδή υψηλό ενεργητικό, και ζημία στα αποτελέσματα της επιχείρησης μαρτυρούν ότι δεν αξιοποιούνται αποτελεσματικά τα περιουσιακά της στοιχεία. Η σύγκριση μεταξύ αυτών των δύο δεικτών παρέχει πληροφορίες για την αποδοτικότητα της επιχείρησης σε σχέση με την κεφαλαιακή της διάρθρωση.

 

Δανειακή επιβάρυνση

 

Οι δείκτες που σχετίζονται με τη δανειακή επιβάρυνση δίνουν μια εκτίμηση του μεγέθους των κεφαλαίων της επιχείρησης, στα οποία μπορούν να στηριχθούν οι πιστωτές της σε περίπτωση που η λειτουργία της δεν είναι αποτελεσματική ή πέσει η αξία των περιουσιακών της στοιχείων. Ο δείκτης δανειακής επιβάρυνσης εκφράζει τη σχέση ανάμεσα στα κεφάλαια που έχουν εισρεύσει στην επιχείρηση από τους μετόχους και άλλους χρηματοδότες και υπολογίζεται ως εξής:

 

Μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις
----------------------------------------------------
Σύνολο ιδίων κεφαλαίων

 

Ο εν λόγω δείκτης αποδίδει το κατά πόσον οι μέτοχοι μιας επιχείρησης έχουν διαθέσει κεφάλαια σε σχέση με αυτά που έχουν δανειστεί και εκφράζει το βαθμό προστασίας των χρηματοδοτών της επιχείρησης από τα ίδια κεφάλαιά της. Όσον αφορά στη σχέση δανειακής επιβάρυνσης και των πωλήσεων, θα πρέπει να εξετάζεται ο λόγος των μακροπρόθεσμων ή βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων προς τις πωλήσεις. Όταν τα ποσοστά αυτά είναι μεγάλα, τότε ο δανεισμός που απολαμβάνει η επιχείρηση είναι πολύ υψηλός και οι πωλήσεις που πραγματοποίησε η επιχείρηση προέκυψαν κυρίως από χρηματοδότηση. Γενικά, οι υποχρεώσεις προς τράπεζες συνίσταται να μην ξεπερνούν το 45% του κύκλου εργασιών, κάτι που ισχύει στην περίπτωση της επιχείρησης ΑΚΜΗ (22,2%).

 

Το αντίστροφο του δείκτη δανειακής επιβάρυνσης (Ίδια Κεφάλαια προς μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις) εκφράζει την οικονομική αυτοτέλεια της επιχείρησης, δηλαδή το βαθμό στον οποίο τα ίδια κεφάλαια καλύπτουν τις υποχρεώσεις της. Εάν η τιμή του δείκτη είναι μεγαλύτερη της μονάδας, τότε το μεγαλύτερο μέρος ενεργητικού της επιχείρησης έχει χρηματοδοτηθεί από ίδια κεφάλαια. Αντίθετα, αν ο δείκτης είναι μικρότερος της μονάδας, θα πρέπει να εξεταστεί η σύνθεση των υποχρεώσεων και το ύψος των δανείων της επιχείρησης. Στην περίπτωση της ΑΚΜΗ προκύπτει ότι η δανειακή της επιβάρυνση είναι μικρή, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του ενεργητικού της έχει χρηματοδοτηθεί από ίδια κεφάλαια (2,2 και 2,08 το 2009 και 2010 αντίστοιχα).

 

Χρόνος είσπραξης απαιτήσεων

 

Οι δείκτες κυκλοφοριακής ταχύτητας δείχνουν την ταχύτητα με την οποία κινούνται κάποιοι λογαριασμοί (π.χ. οφειλές ή πιστώσεις) μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Όσο μικρότερη είναι η τιμή των εν λόγω αριθμοδεικτών τόσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια και αντίστροφα. Προς αυτή την κατεύθυνση, ο δείκτης που εκφράζει την ταχύτητα με την οποία ικανοποιούνται οι απαιτήσεις της επιχείρησης, δηλαδή του χρόνου είσπραξης των οφειλών από τρίτους στο χρονικό διάστημα ενός έτους, υπολογίζεται ως εξής:

 

Απαιτήσεις (πιστώσεις σε πελάτες) x 365
---------------------------------------------------------------
Πωλήσεις

 

Στην περίπτωση της ΑΚΜΗ ο χρόνος είσπραξης απαιτήσεων (εξόφληση χρεών) από πελάτες ήταν περίπου 49 ημέρες για το 2009, ενώ το 2010 αυξήθηκε αρκετά και διαμορφώθηκε στις 73 ημέρες. Αντίστοιχα, μπορεί να υπολογιστεί και η ταχύτητα αποπληρωμής των υποχρεώσεων μιας επιχείρησης στη διάρκεια ενός έτους.

 

Πηγή: Διοίκηση Εφοδιασμού, Λάμπρος Λάιος, Πειραιάς 2010

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: